μάτια ολάνοιχτα στον κόσμο

η κάθε μέρα της πολιτικής και της αισθητικής

Category Archives: Φιλοσοφία της Αμφιβολίας

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, στο TVXS: «…Αν η ομάδα στην οποία συμμετέχεις είναι ένα είδωλο της κοινωνίας που θέλεις να φτιάξεις, τότε θα βοηθηθείς και σαν άνθρωπος. Δεν μπορεί να έχεις ένα αυταρχικό και συγκεντρωτικό κόμμα και να φτιάξεις μια απελευθερωμένη κοινωνία…» και άλλα όμορφα!

συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου
– ενόψει και της αποψινής του παρουσίας
στο «Τεχνόπολις», στο Γκάζι –
στην  Φωτεινή Λαμπρίδη, του TVXS

Θα μπορούσα ευχαρίστως να ξεχαστώ για πάντα στο σύμπαν των τραγουδιών του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Η Φειρούζ, ο Φορτίνο Σαμάνο, ο Στυλίτης, η Μαρίκα, ο Κωστής, ο φωτογράφος των Τρικάλων, ο Διάφανος, ο Πινόκλης, το κομμωτριάκι, εκείνη η γυναίκα που δεν γνώρισε ποτέ της τον φόβο, έχουν γίνει εξάλλου δικοί μου άνθρωποι. Είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σε μια εποχή που το συλλογικό αίσθημα ίσως δεν έχει εκφραστεί ακόμα μέσα από το τραγούδι, ο λόγος του Θανάση Παπακωνσταντίνου μας έδωσε τα πιο ποιητικά μας συνθήματα. Το «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει/ ο νους μας είναι αληταριό κι όλο θα δραπετεύει» ταξιδεύει στους τοίχους μας και θα συνεχίσει για όσους δεν έχουμε «μάσκα για το καρναβάλι ετούτο«.Ήρθε στο καφενείο της Ακαδημίας Πλάτωνος απλός, ειλικρινής και ουσιαστικός και μίλησε για τα μικρά και τα μεγάλα. Απόψε το βράδυ ανεβαίνει με τη μπάντα του στη σκηνή της Τεχνόπολης,  στο Γκάζι.

αναδημοσίευση

Από εργολάβος δημοσίων έργων, χτίστης τραγουδιών; Χτίζεις απλά με άλλα υλικά;

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά με τις εργολαβίες αμαρτάνω και με τα τραγούδια εξομολογούμαι. Το να είσαι εργολάβος είναι σκληρή υπόθεση. Βέβαια από κει πήρα συγκρότηση. Δεν είμαι ένας από τους καλλιτέχνες που δεν έχουν ιδέα από πρακτική ζωή. Μόνος κανονίζω τα πάντα έως τα λογιστικά.

Ήταν για σένα στόχος η ενασχόληση με το τραγούδι ή το έφερε η ζωή;

Είμαστε σαν κορμοί που τους παρασέρνει το ρέμα. Τώρα ποιό είναι αυτό το ρέμα; Νομίζω το πεπρωμένο.

Πιστεύεις στο πεπρωμένο;

Ναι, παρότι είμαι άθρησκος πιστεύω στο προδιαγεγραμμένο. Να στο πω αλλιώς, παρελθόν παρόν και μέλλον για μένα είναι αδιάρρηκτα δεμένα και επηρεάζει το ένα το άλλο. Το λέει και η σύγχρονη φυσική αν και ακούγεται τρελό…

Τρελό για όσους μεγαλώσαμε με την πεποίθηση ότι ο χρόνος είναι ευθύγραμμος;

Ναι έτσι. Οι στιγμές μας όμως φτιάχνουν ένα δίχτυ. Τα σχοινιά είναι οι στιγμές μας, τα διπλανά σχοινάκια που είναι δεμένα μεταξύ τους έχουν άμεση σχέση το ένα με το άλλο, αν κόψεις το ένα θα κοπεί και το άλλο. Έτσι σχετίζονται όλα μεταξύ τους ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα. Έτσι νιώθω την ύπαρξή μας. Επίσης θεωρώ ότι η ελευθερία βούλησης είναι η άγνοια αυτών των παραγόντων που μας καθορίζουν κάθε στιγμή.

Δεν επιλέγουμε κάθε στιγμή πώς θα δράσουμε; Στο ελάχιστο δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης;

Ε, καλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά (γέλιο). Νομίζω ότι μικροδονήσεις μπορούμε να κάνουμε. Είμαστε σε ράγες και ψιλό κινούμαστε δεξιά αριστερά… Δεν κάνουμε σημαντικές επιλογές. Δεν αισθάνομαι όμως ότι η πεποίθηση μου αυτή με κάνει αρνητικό ή απαισιόδοξο… Ορμάω στη ζωή γιατί έτσι είμαι φτιαγμένος. Εκεί με οδηγεί το πράγμα. Εξάλλου έχω και γεγονότα που αποδεικνύουν ότι όλα είναι μοιραία. Δες, είμαι φάλτσος, σκηνική παρουσία χάλια, ζω στην επαρχία κάνω ζωή στρωμένη μικροαστική, οικογένεια παιδιά… και παρόλα αυτά κάτι γίνεται.

Έδωσες αρνητική χροιά σε αυτά τα χαρακτηριστικά ενώ για κάποιους είναι μέρος της γοητείας σου ως καλλιτέχνης. Η απλότητα η δωρικότητα ακόμα και η αμηχανία στη σκηνή. Τι σημαίνει καλή σκηνική παρουσία; Να είσαι περφόρμερ;

Κοίταξε δεν τα ακυρώνω όλα δεν λέω ότι τα τραγούδια μου δεν αξίζουν. Αγωνίζονται ενάντια στις αδυναμίες μου να υπάρξουν. Σκέψου τώρα να ήμουν και περφόρμερ! Ένας περφόρμερ μπορεί να πάρει ένα τραγουδάκι της πλάκας και να το κάνει να φαίνεται μεγάλο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ», ο Αλκίνοος Ιωαννίδης για την κοινή μας πατρίδα, πέραν συνόρων κι εντός εαυτού θωρούμενη…

24.03.2Image013

ImageΔεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω…

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Άμποτε!

Την ώρα της δράσης, ελπίδα και εμβάθυνση στην πράξη!

…copy-lefted από το facebook!

… αν ο Χριστός σας είναι Εβραίος, το αυτοκίνητό σας ιαπωνικό, η πίτσα που τρώτε ιταλική, η δημοκρατία σας ελληνική, οι αριθμοί σας αραβικοί, τα γράμματά σας λατινικά, τότε γιατί ο γείτονάς σας είναι ξένος?

θησαυροί
στο
facebook

122 χρόνια

Παρότρυνση και αυστηρή προειδοποίηση προς «βολεμένους»

Περί μέλλοντος και Κόσμου

Ένας πολιτισμός που αφήνει ανικανοποίητους τόσους πολλούς απ’ όσους μετέχουν σ’ αυτόν και τους σπρώχνει σε εξέγερση, ούτε έχει, ούτε αξίζει να έχει προοπτική να υπάρχει για πολύν καιρό

Sigmund Freud

Για εκείνα που δε θα χάσουμε…

Ιστορική και λογοτεχνική διαλεκτική για την “οργάνωση” και τις “συλλογικότητες”, με αφορμή το έργο του Στρατή Τσίρκα

δημοσίευση, του Παναγιώτη Φραντζή, την Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

_____________________________________

Η «Λέσχη» της πολιτικής συλλογικότητας

Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη της έκδοση, «Η Λέσχη», του Στρατή Τσίρκα, και ολόκληρη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες», έχει καινούργια πράγματα να μας πει. Ειδικά, πάνω στο θέμα της πολιτικής ένταξης και της σχέσης ηγεσίας, διανόησης, κομματικότητας. Πέρα από την τυπική λογική της αντιπαράθεσης διανοούμενων – κομματικών καθοδηγητών και υπέρ της επιλογής ενός συντροφικού επαναστατικού δρόμου.

Ποιος δεν διάβασε σωστά το έργο του Τσίρκα;

Στις 5 Αυγούστου 1960 τελειώνει το γράψιμο της «Λέσχης» ο Στρατής Τσίρκας, όπως δηλώνει στο τέλος του μυθιστορήματος με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία. Βασισμένο σε βιώματά του, μεταπλασμένα στο εργαστήρι της συγγραφής, το βιβλίο ξαναζωντανεύει την Παλαιστίνη ως τόπο προσφυγιάς την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αν ο συγγραφέας χρειάστηκε περίπου είκοσι χρόνια για να κάνει λογοτεχνία την ιστορία που έζησε – μιλώντας για τη δική του αλήθεια με όρους τέχνης – τί μπορούμε εμείς να διαβάσουμε πενήντα χρόνια μετά την πρώτη εκτύπωση;

Όλη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» – θα ακολουθήσουν η «Αριάγνη» του Καΐρου και η «Νυχτερίδα» της Αλεξάνδρειας – αντέχει στο χρόνο και συναρπάζει. Κάθε ανάγνωση αποκαλύπτει καινούργια πράγματα, άλλα επίπεδα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις αρετές του έργου σε αισθητικό και φιλολογικό επίπεδο, με την πρωτότυπη τεχνική του στην αφήγηση, θα αγνοήσουμε, επίσης, το έντονο ερωτικό στοιχείο και τις πυκνές λογοτεχνικές αναφορές, για να ασχοληθούμε με το πρόβλημα του πολιτικού, και ειδικότερα με την πλευρά της κομματικής λειτουργίας – όπως αυτή απεικονίζεται κυρίως στη «Λέσχη» και στο δεύτερο τόμο της τριλογίας, την «Αριάγνη».

Στους κομματικούς διώκτες του ο Τσίρκας, που καταδικάστηκε σε διαγραφή από την Κομματική Οργάνωση Αλεξάνδρειας μετά την άρνησή του να αποκηρύξει τη «Λέσχη», έλεγε ότι δεν διαβάζουν σωστά: «Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα».
Η κριτική δικαίωσε τον Τσίρκα, με τη μέγιστη συμβολή της φίλης του και μελετήτριας του έργου του, Χρύσας Προκοπάκη…

Σήμερα, μπροστά σε νέες ιστορικές αναμετρήσεις, έρχονται στην επιφάνεια αποσιωπημένες πλευρές της περιόδου της αποτίμησης της ήττας. Δεν αρκεί να επιμείνουμε στην αντίθεση του διανοούμενου ήρωα Μάνου Σιμωνίδη (Σ.) με τον κομματικό καθοδηγητή Ανθρωπάκι (Α.) – αλλά οφείλουμε να ξαναδούμε και τους δυο μέσα σε νέο πρίσμα. Να μικρύνουμε την αντιπαλότητά τους και να τους μεγαλώσουμε μαζί και τους δυο, βγάζοντας από την αφάνεια το τρίτο πρόσωπο, τον καταλυτικό Φάνη.

Απέναντι στις αναγνώσεις που ρίχνουν άγκυρα στην ήττα του κινήματος και που στα κρισιακά φαινόμενα στις γραμμές του βλέπουν την κατάρρευση της δυνατότητας της συντροφικότητας (προτείνοντας, επιπλέον, έναν ατομικό δρόμο στοχασμού χωρίς ανατρεπτική πράξη), χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε τη «Λέσχη» και την τριλογία εκείνων που αντιστέκονται, εκείνων που τολμούν να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες τους και την ίδια την ιστορία για μια νέα έκβαση όλων των συλλογικών στοιχημάτων. Συνεχίστε την ανάγνωση ‘Ιστορική και λογοτεχνική διαλεκτική για την “οργάνωση” και τις “συλλογικότητες”, με αφορμή το έργο του Στρατή Τσίρκα’

Για νά ‘χουμε να θυμόμαστε…

ἔστι δὲ τυραννὶς μὲν μοναρχία, καθάπερ εἴρηται, δεσποτικὴ τῆς πολιτικῆς κοινωνίας,

ὀλιγαρχία δ’ ὅταν ὦσι κύριοι τῆς πολιτείας οἱ τὰς οὐσίας ἔχοντες,

δημοκρατία δὲ τοὐναντίον ὅταν οἱ μὴ κεκτημένοι πλῆθος οὐσίας ἀλλ’ ἄποροι…

εἰ γὰρ εἶεν οἱ πλείους, ὄντες εὔποροι, κύριοι τῆς πόλεως, δημοκρατία δ’ ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τὸ πλῆθος…

(Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1279b).

Τελικά, ρε παιδί μου, c’ est la vie, ou la mort?

Διαβάζοντας κι ακούγοντας ολόγυρα, διαπιστώνω έκπληκτος – αλήθεια! Πόσο αθώος μπορεί νά ‘μαι τελικά; – ότι αυτό που μας συμβαίνει συνοψίζεται, απλοϊκά και προφανώς, στο:

από ‘δώ και πέρα στον καθημερινό μας βίο κυριαρχεί η «αγορά»,
όχι η κοινότητα, όχι η «ανθρωπιά», όχι η αλληλεγγύη, όχι η πρωτοβουλία και η φιλοδοξία μας… η Αγορά!

Σκέψου ‘το: το αν θα πάρεις σύνταξη ικανή να σε διατηρήσει στη ζωή αφού περατώσεις το μέρος εκείνο της κοινωνικής σου προσφοράς που λέγεται «εργασία», αν δηλαδή θα «επιβιώσεις» – για να «ζήσεις», ούτε κουβέντα – για να «προσπαθήσεις να υπάρξεις» κι έξω από το «επάγγελμα», όλο αυτό, εξαρτάται από μια αναλογιστική μελέτη απόδοσης (μια μελέτη κερδοφορίας, δηλαδή) ενός φορέα (ακόμα το λέμε «ασφαλιστικό ταμείο», αλλά…) που… δεν έχει σχέση με τα «θέλω» σου, ούτε με τα «πρέπει» σου, αλλά υπόκειται σε «νόμους Α.Ε.» (αυτό το Α. είναι το χειρότερο… όχι ότι το Ε. μυρίζει λιγότερη θανατίλα, αλλά…)!

Συμβαίνει μπροστά μας το απόλυτο όνειρο της «καπιταλιστικής δημοκρατίας»: ο βίος μας μετριέται, και μετριέται σε «κεφάλαιο»! Μεταξύ μας, αναρωτιέμαι, ο «ιδανικός μαρξιστής» της εποχής μας δεν είναι το ίδιο χαρούμενος; Το «μαρξικό-λενινικό δόγμα» της αναγκαιότητας «της κατάληψης των μέσων και της προσπόρησης της υπεραξίας» παίρνει τόση, μα τόση, σάρκα και τόσο γερά οστά! Πάνε για βρούβες η «Ζωή στον ελεύθερο χρόνο» μαζί με την «ανθρώπινη υπόσταση» κι επανέρχεται η «καπιταλιστική» ή/και η «σεχταριστική» υπόσταση του «παραγωγού κεφαλαίου» στην κάθε ημέρα μας…

Όταν, μάλιστα, μιλάς για το «προφανές», ας πούμε, «γιατί το ταμείο μου να το διαχειρίζεται το κράτος/εργοδότης κι όχι το συνδικάτο;«, α, τότε σου μιλάνε για «ουτοπίες«, έτσι δεν είναι; Ρε ‘σείς, τί πιο ουτοπικό από το αστικό κράτος δικαίου; Δεν είναι, πια, προφανές ότι δε λειτουργεί η «μηχανή»;

Κι εγώ να παλεύω, μα, πώς να εξηγήσεις ότι «στην αλληλέγγυα οικονομία δεν υπάρχει υπεραξία, γιατί τίποτα δεν περισσεύει από την ανάγκη«, πώς να εξηγήσεις ότι «εκτός από τη διαχείριση των μαζών, υπάρχουν και οι ανάγκες που γεννιούνται κάθε μέρα και κάνουν το άτομο άτομο«, πώς να εξηγήσεις ότι «χωρίς ελευθερία, η επανάσταση είναι βία«, πώς να βάλεις τους «μπροστάρηδες» ν’ αγαπήσουν τους «από πίσω»;

Εγώ, με τις ιδέες μου, ειρωνικέ κι αγαπησιάρη δάσκαλε… εγώ, ο κόσμος κι η Ιδέα…

Ο πόλεμος αυτός είναι ενάντια στην όποια Ελευθερία (με αφορμή τα συμβάντα γύρω από το πρώην gamato.info, σήμερα gamato.it)

Δημοσίευση του εξαιρετικού blog in love with life στις 17 Μαρτίου 2010:

“Καθένας συνεισφέροντας ανάλογα με τις ικανότητες και τις επιθυμίες του, καθένας λαμβάνοντας ανάλογα με τις ανάγκες του”.

Αυτός είναι ο πυρήνας της αναδυόμενης “οικονομίας των ίσων” ή αλλιώς οικονομίας p2p. Ο “θεωρητικός” της, Michel Bauwens, επισκέφθηκε τις προηγούμενες ημέρες την Ελλάδα και έδωσε μία δημόσια διάλεξη εκθέτοντας τις ιδέες του. Αυτά που είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του είναι αρκετά ενδιαφέροντα τόσο για τα κινήματά μας όσο και για την κοινωνία μας συνολικά, ιδιαίτερα στους σύγχρονους ταραγμένους καιρούς της οικονομικής κρίσης, όπου κάθε άμεσα εφαρμόσιμη διέξοδος πρέπει να συζητείται διεξοδικά και να εφαρμόζεται στην πράξη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Εν τέλει

Θυμός και λόγος του Μανώλη Ρασούλη, δημοσιευμένο την Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Πώς τα ‘χεις έτσι μοιρασμέ

ντουνιά ψευτοπολιτισμέ

Άκης Πάνου

Δέχτηκα και αποδέχτηκα – μάλλον εγώ το πρότεινα – να γράψω ένα κειμενάκι στην εν λόγω εφημερίδα [δρόμος της Αριστεράς] – και μάλιστα με τίτλο: «Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω», που να αναφέρεται στις σχέσεις Αριστεράς-Πολιτισμού, μια σχέση χαμένη στη μετάφραση, όχι βέβαια γιατί συμφωνώ με τα σκεπτικά του σ. Αλαβάνου αλλά και γιατί δεν διαφωνώ, αφού δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει (Αλέκος, Αλέξης, Αλέκα, Αλέξης Γρηγορόπουλος, Άλεξ της Βέροιας, αλεξικέραυνος, αλεξίσφαιρο κ.λπ.), αλλά και επειδή παλιά δούλευα πολιτικά στο τροτσικιστικό γκρουπούσκουλο στο Λονδίνο, δηλαδή δούλευα για τον Μαρξ και Έγκελς και, παράλληλα, δούλευα στο Μαρξ και Σπένσερς και αυτό με βασάνιζε απείρως και μου δημιουργούσε μέθεξη και βάθος και, ας πούμε, μια άποψη για τη σχέση Αριστεράς και πολιτισμικού γίγνεσθαι. Έχει σχεδόν καθιερωθεί ο όρος πλέον στους επαγγελματίες πολιτικούς: «πολιτικός πολιτισμός» (βάιβάιβάι !). Επίσης: «νομικός πολιτισμός» ετσετερά ετσετερά. Πολιτισμικός πολιτισμός; Γιόκ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

… εξάγγελος, 15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα, σαν σήμερα… Στις 19 Μαΐου του 1945 δημοσίευσε, στα «Ελεύθερα Γράμματα», το «Πνευματικό Εμβατήριο»… κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε!

Πνευματικό εμβατήριο
Ομπρός. βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ΄ την Ελλάδα
Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τον κόσμο!
Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη…

Ιστορίες γι’ αγρίους…

Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι αυτή η προβοκατόρικη κουβέντα για τις θέσεις της Θάλειας Δραγώνα ως προς το «εθνικόν» μας (φρόνημα είναι, παραφρόνημα; Θα σας γελάσω!), θολώνει, παλεύοντας να κρύψει πίσω από «νικητές» και «ηττημένους», τα πελώρια κενά της «ελληνικής ψυχοσύνθεσης», αλλά και της «ιδεολογίας του σωστού», με την οποία γαλουχούμε γενιές και γενιές…

  • Η «ελληνική ψυχοσύνθεση» χτίζεται πάνω σε μια παραφθορά της Ιστορίας που – σε μια εκπληκτική αναλαμπή ειλικρίνειας – ούτως ή άλλως, διαβάζουμε ως «εθνικήν διαπαιδαγώγησιν». Όμως, όταν η «επάρατος» αριστερά βαυκαλίζονταν με όνειρα «σοσιαλιστικών παράδεισων», η «εθνικώς αποδεκτή» ιδεολογία πούλησε – εν αντιθέσει, βεβαίως, προς όποιον εθνικισμό – «αμερικάνικο όνειρο»… Πώς να δέσει τώρα το γλυκό, σε χαλεπούς για τις πρότερες ονειρώξεις καιρούς;
  • Η «ιδεολογία του σωστού» (που μέσα μου δεν έχει διάφορο από την «ιδεολογία της εξουσίας») είναι στην τομή αυτής της «αριστεράς» με την καπιταλιστική και τη «λαϊκή» δεξιά. Όλες αναγνώρισαν ότι η «ιδεολογική διαπαιδαγώγηση» περνά μέσα από την εμπέδωση κανόνων «σωστού και λάθους», μέσα από τους οποίους, βέβαια, ο «άλλος» ταυτίζεται με το «κακό», και οι όποιες πρωτοβουλίες απαγορεύονται, λίγο-πολύ.
  • Πώς δένουν; Να ο αληθινός ρόλος της εκκλησίας (ως δομή, αλλά και, κυρίως, ως ιδεολόγημα) στο ελληνικό κράτος: δίνει υπόσταση – έστω και αδίστακτα παραποιώντας – στην «εθνική ψυχοσύνθεση» και προσωποποιεί/απολυτοποιεί – θεικῃ αδείᾳ – το «σωστό»!

Ποιος είναι ο «άλλος»; Πώς καθορίζεται ο «άλλος» στην Ιστορία ενός «διαδρόμου μεταξύ ηπείρων», όπως η Ελλάδα; Τί πάει να πει «άλλος» στα Βαλκάνια, έεε;

Πριν από την «πολιτική» – κι ας το αποφεύγουμε ως μιαρή αναφορά – πρέπει να πάρει θέση η «επιστημονική κοινότητα», κι έχω την εντύπωση ότι τελεί εν αμαρτίαις απουσιάζουσα κι αυτή! Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το «πνεύμα των καιρών» ή Zeitgeist…

… η διαχρονικότητα του «ελευθεριακού» δεν αμφισβητείται …

… αμφισβητείται, όμως, η ορθογραφία!

Αφορμή…

«Αν πιστεύεις ότι είσαι ελεύθερος,

δεν υπάρχει καμία δυνατότητα απόδρασης»

Ram Dass

Μια μωβ σκιά…

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για επεισόδια του Μάη του 1986 (περιοδικό «Το Τέταρτο»). Αναρτήθηκε στις 10 του μήνα – ανάμεσα σε ένα σωρό άλλα blogs – στο http://evoikos.blogspot.com και μου επισημάνθηκε από την «φίλη/ρεπόρτερ/συνάδελφο», που έτσι επιθυμεί να καταχωρηθεί…:

manos_hadjidakis«…Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Όσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Έλληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο: Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς.

Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ’ τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής – έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής – έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια – όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν’ αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου… κατά του εγκλήματος.

Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν… ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ’ αφέλεια, σ’ όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (…) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ»

Αρέσει σε %d bloggers: