μάτια ολάνοιχτα στον κόσμο

η κάθε μέρα της πολιτικής και της αισθητικής

Category Archives: Τέχνη

…από πάππου…

Πιστεύεις-δεν πιστεύεις, τα γονίδια επιβάλλουν παρακαταθήκες και υποχρεώσεις… Δάσκαλοι, λοιπόν – και ποθώντας μαθητές με ήθος στην ποιότητα, όχι μόνο δεξιότητες – τρίτης γενιάς!?!…

Φίλιππος ΚαγιώργηςΠερισσότερα εδώ κι εδώ, αλλά κι εδώ

Ο Φίλιππος Καγιώργης, γλύπτης της πέτρας, του μαρμάρου, του ξύλου, του μετάλλου, ξεχωρίζει με ένα μοναδικό ύφος στις συνθέσεις του, στους συμβολισμούς, στην τεχνική, ακόμα και στην επιλογή του υλικού. Έργα του βρίσκονται στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας επιλεγμένα από τους Προέδρους Χρήστο Σαρτζετάκη και Κάρολο Παπούλια, στο σπίτι του αείμνηστου Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, στου φιλέλληνα Ολλανδού τ. Πρωθυπουργού Max van de Stul, στου ζωγράφου Κώστα Τσόκλη και σε ιδιωτικές συλλογές.

Γεννήθηκε στον πύργο της Τήνου και φοίτησε εκεί στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Ρόδο, στο εργαστήριο του αείμνηστου Αθανασίου Στράντζαλου, ενός από τους μεγάλους δασκάλους του μαρμάρου και της γλυπτικής. Στη συνέχεια εργάστηκε στο εργαστήριο ξυλογλυπτικής τέχνης του Ευάγγελου Καγιώργη. Αργότερα παρακολούθησε με επιτυχία μαθήματα ελεύθερου σχεδίου και ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Groningen της Ολλανδίας. Την ίδια περίοδο συνεργάζεται με το Ολλανδικό-ελληνικό περιοδικό τέχνης και πολιτισμού «ΛΥΧΝΑΡΙ». Λίγο αργότερα ξεκινά εκθέσεις σε διάφορα μέρη, όπως Βιέννη (1985), Άμστερνταμ (1986), Βέλγιο (1988). Ακολουθούν εκθέσεις στον Ελλαδικό χώρο, και εγκαθιστά το εργαστήριό του στο αγαπημένο του χωριό στον Πύργο της Τήνου, όπου διατηρεί και μόνιμο εκθετήριο.

Ο Φίλιππος Καγιώργης έχει ξεχάσει την εμπορική πλευρά της δημιουργίας. Δημιουργεί παίρνοντας έμπνευση από τα ορφικά κείμενα, από τον Όμηρο ως το Σολωμό και τον Σεφέρη, αναδεικνύοντας το αρχαίο κάλος σαν μια δροσερή πηγή που αναβλύζει από το μάρμαρο- ενσωματώνοντάς το στην Ευρωπαϊκή Ελλάδα του σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα έργα του μεταφέρονται από τη σκέψη του κατευθείαν στο μάρμαρο χωρίς προπλάσματα. Έτσι, πηγαία!

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, στο TVXS: «…Αν η ομάδα στην οποία συμμετέχεις είναι ένα είδωλο της κοινωνίας που θέλεις να φτιάξεις, τότε θα βοηθηθείς και σαν άνθρωπος. Δεν μπορεί να έχεις ένα αυταρχικό και συγκεντρωτικό κόμμα και να φτιάξεις μια απελευθερωμένη κοινωνία…» και άλλα όμορφα!

συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου
– ενόψει και της αποψινής του παρουσίας
στο «Τεχνόπολις», στο Γκάζι –
στην  Φωτεινή Λαμπρίδη, του TVXS

Θα μπορούσα ευχαρίστως να ξεχαστώ για πάντα στο σύμπαν των τραγουδιών του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Η Φειρούζ, ο Φορτίνο Σαμάνο, ο Στυλίτης, η Μαρίκα, ο Κωστής, ο φωτογράφος των Τρικάλων, ο Διάφανος, ο Πινόκλης, το κομμωτριάκι, εκείνη η γυναίκα που δεν γνώρισε ποτέ της τον φόβο, έχουν γίνει εξάλλου δικοί μου άνθρωποι. Είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σε μια εποχή που το συλλογικό αίσθημα ίσως δεν έχει εκφραστεί ακόμα μέσα από το τραγούδι, ο λόγος του Θανάση Παπακωνσταντίνου μας έδωσε τα πιο ποιητικά μας συνθήματα. Το «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει/ ο νους μας είναι αληταριό κι όλο θα δραπετεύει» ταξιδεύει στους τοίχους μας και θα συνεχίσει για όσους δεν έχουμε «μάσκα για το καρναβάλι ετούτο«.Ήρθε στο καφενείο της Ακαδημίας Πλάτωνος απλός, ειλικρινής και ουσιαστικός και μίλησε για τα μικρά και τα μεγάλα. Απόψε το βράδυ ανεβαίνει με τη μπάντα του στη σκηνή της Τεχνόπολης,  στο Γκάζι.

αναδημοσίευση

Από εργολάβος δημοσίων έργων, χτίστης τραγουδιών; Χτίζεις απλά με άλλα υλικά;

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά με τις εργολαβίες αμαρτάνω και με τα τραγούδια εξομολογούμαι. Το να είσαι εργολάβος είναι σκληρή υπόθεση. Βέβαια από κει πήρα συγκρότηση. Δεν είμαι ένας από τους καλλιτέχνες που δεν έχουν ιδέα από πρακτική ζωή. Μόνος κανονίζω τα πάντα έως τα λογιστικά.

Ήταν για σένα στόχος η ενασχόληση με το τραγούδι ή το έφερε η ζωή;

Είμαστε σαν κορμοί που τους παρασέρνει το ρέμα. Τώρα ποιό είναι αυτό το ρέμα; Νομίζω το πεπρωμένο.

Πιστεύεις στο πεπρωμένο;

Ναι, παρότι είμαι άθρησκος πιστεύω στο προδιαγεγραμμένο. Να στο πω αλλιώς, παρελθόν παρόν και μέλλον για μένα είναι αδιάρρηκτα δεμένα και επηρεάζει το ένα το άλλο. Το λέει και η σύγχρονη φυσική αν και ακούγεται τρελό…

Τρελό για όσους μεγαλώσαμε με την πεποίθηση ότι ο χρόνος είναι ευθύγραμμος;

Ναι έτσι. Οι στιγμές μας όμως φτιάχνουν ένα δίχτυ. Τα σχοινιά είναι οι στιγμές μας, τα διπλανά σχοινάκια που είναι δεμένα μεταξύ τους έχουν άμεση σχέση το ένα με το άλλο, αν κόψεις το ένα θα κοπεί και το άλλο. Έτσι σχετίζονται όλα μεταξύ τους ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα. Έτσι νιώθω την ύπαρξή μας. Επίσης θεωρώ ότι η ελευθερία βούλησης είναι η άγνοια αυτών των παραγόντων που μας καθορίζουν κάθε στιγμή.

Δεν επιλέγουμε κάθε στιγμή πώς θα δράσουμε; Στο ελάχιστο δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης;

Ε, καλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά (γέλιο). Νομίζω ότι μικροδονήσεις μπορούμε να κάνουμε. Είμαστε σε ράγες και ψιλό κινούμαστε δεξιά αριστερά… Δεν κάνουμε σημαντικές επιλογές. Δεν αισθάνομαι όμως ότι η πεποίθηση μου αυτή με κάνει αρνητικό ή απαισιόδοξο… Ορμάω στη ζωή γιατί έτσι είμαι φτιαγμένος. Εκεί με οδηγεί το πράγμα. Εξάλλου έχω και γεγονότα που αποδεικνύουν ότι όλα είναι μοιραία. Δες, είμαι φάλτσος, σκηνική παρουσία χάλια, ζω στην επαρχία κάνω ζωή στρωμένη μικροαστική, οικογένεια παιδιά… και παρόλα αυτά κάτι γίνεται.

Έδωσες αρνητική χροιά σε αυτά τα χαρακτηριστικά ενώ για κάποιους είναι μέρος της γοητείας σου ως καλλιτέχνης. Η απλότητα η δωρικότητα ακόμα και η αμηχανία στη σκηνή. Τι σημαίνει καλή σκηνική παρουσία; Να είσαι περφόρμερ;

Κοίταξε δεν τα ακυρώνω όλα δεν λέω ότι τα τραγούδια μου δεν αξίζουν. Αγωνίζονται ενάντια στις αδυναμίες μου να υπάρξουν. Σκέψου τώρα να ήμουν και περφόρμερ! Ένας περφόρμερ μπορεί να πάρει ένα τραγουδάκι της πλάκας και να το κάνει να φαίνεται μεγάλο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ», ο Αλκίνοος Ιωαννίδης για την κοινή μας πατρίδα, πέραν συνόρων κι εντός εαυτού θωρούμενη…

24.03.2Image013

ImageΔεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω…

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

…αφιερωμένο σ’ όσους χαίρονται με τις επιχειρήσεις “σκούπα” κατά των μεταναστών…

…σπάνιο να ξέρεις τί κρύβεται πίσω από την «αλήθεια» σου

Άμποτε!

Α, ρε κοπελιά…!

«Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.X.»

εφημερίδα ΑΥΓΗ, ημερομηνία δημοσίευσης: 14/08/2011

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
>>>>>να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
>>>>>με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσι σας εκείνη
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
οι τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική
>>>>>είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
>>>>>σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
>>>>>πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
>>>>>να δούμε τι απομένει πια, μετά
>>>>>τόση δεινότητα χειρουργική…

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
>>>>>Να μη βιαζόμεθα είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
>>>>>Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Κ.Π. Καβάφης 1908

Γιατί οι ζόφοι αποκαλύπτουν μεγαλοσύνες κατά πώς πρέπει, και οι μεγαλοσύνες κρίνονται είτε άχρονα, είτε διαχρονικά…

… άκουσμα για βράδυα δυναμικά…

Πρόσκληση για συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Γιορτή της Μουσικής 2011

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Έχω το δικαίωμα να μην υπακούω σε άδικους νόμους…

αναδημοσίευση στο EcoLeft της
συνέντευξης του Θανάση Παπακωνσταντίνου
στον Θάνο Ματζάνα, για την
Αυγή της Κυριακής, 23-24 Απριλίου

Απλή αφορμή – γιατί αιτίες υπάρχουν τόσες πολλές με όσα συμβαίνουν γύρω μας – για να μιλήσει κανείς με κάποιον σαν τον Θανάση ήταν η πρόσφατη κυκλοφορία του νέου του δίσκου «Ο Ελάχιστος Εαυτός». Θα πρότεινα σε όσους έχουν στο μυαλό τους τον προηγούμενο δίσκο του, το «Ο Σαμάνος», απλά να τον… ξεχάσουν πριν προσεγγίσουν τη νέα του δουλειά. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί, όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό μιλώντας για τον ίδιο δημιουργό.

Καλώς ή κακώς ο δίσκος εκείνος είχε φτιαχτεί έχοντας κατά νου τον Διονύση Σαββόπουλο, το ότι τα περισσότερα τραγούδια του θα ερμήνευε ο τελευταίος και αυτό σημαίνει ότι λίγο – πολύ γράφτηκε στα μέτρα του (και κατά την άποψή μου κατέληξε να ανήκει πολύ περισσότερο στον Δ.Σ. παρά στον Θ.Π.). Αυτή τη φορά όμως ο Θανάσης έγραψε και πάλι όπως το κάνει από τότε που ξεκίνησε, πριν και επάνω απ’ όλα για να ικανοποιήσει το δικό του αισθητήριο… που ευτυχώς για την ελληνική μουσική είναι πολύ υψηλό και σχεδόν αλάθητο.

Αρκετά πιο εμπνευσμένος από το «Διάφανος», πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε το σχεδόν εμβληματικό ήδη «Αγρύπνια», το εμπλουτίζει με τη σχετικά πρόσφατη αγάπη του για την εξερεύνηση του ήχου ως μέσου που μας αποκάλυψε το θαυμάσιο – και εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικό μα και instrumental – «Η Βροχή Από Κάτω» και πραγματώνει μια δουλειά συνόλου με μια σχετικά μεν ολιγομελή ομάδα μουσικών, που όμως η συνοχή αλλά και το επίπεδό της είναι σίγουρα ισάξιο της πιο ευάριθμης παλαιότερης μπάντας του, των εκπληκτικών Λαϊκεδέλικα.Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ένας δίσκος που, ακόμα και αν δεν είναι ήδη ο καλύτερος της χρονιάς, στο τέλος της θα βρίσκεται αβίαστα μέσα την πρώτη τριάδα…

– Θα ήθελες κατ’ αρχήν να πεις κάτι για την πρόσφατη μεγάλη απώλεια της ελληνικής μουσικής, τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου; 

– Ένας άνθρωπος με συνεπή πορεία, από το «Η Εκδίκηση Της Γυφτιάς» μέχρι τις τελευταίες του προσωπικές δουλειές, μια πορεία που προσέφερε πολλά στην ελληνική μουσική. Προσέφερε όμως και στους ομότεχνούς του βοηθώντας, ανοίγοντας τον δρόμο σε αρκετούς από αυτούς, ένας εκ των οποίων ήμουν κι εγώ. Να μην ξεχάσω βέβαια και το στούντιό του, το «Αγροτικόν», όπου όχι μόνον ηχογραφήθηκαν τόσοι σπουδαίοι δίσκοι, αλλά, όπως ξέρει όποιος είχε μπει εκεί, είχε μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυσταγωγίας, η αίθουσα ηχογραφήσεων ήταν κυριολεκτικά σαν να αγκαλιάζει τους μουσικούς. Και βέβαια ο κόσμος τον αντάμειψε γενναιόδωρα για όλα αυτά με την τόση αγάπη που πάντα του έδειχνε… Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

… el 26 de abril de 1937 …

Επειδή σαν σήμερα γεννήθηκε ένα σύμβολο, επειδή με τα σύμβολα δεν τα πάμε πολύ καλά, αλλά επειδή μ’ αυτά λέμε γρήγορα, πολλά, χωρίς πολλά-πολλά… Continue reading the whole post →

… beyond religions and commodities!

122 χρόνια

Σαν σήμερα, στην Τρίπολη του 1896…

Πρέβεζα, απέναντι από τη Μαργαρώνα, 21 Ιουλίου 1928, γύρω στις 5 μ.μ.

Πώς να γιορτάσεις «γενέθλια» για τον πιο άγνωστο (σοβαρά!) από τους διάσημους αυτόχειρες;

Πολλοί απέκδυσαν τον ποιητή απ’ τον βίο του, παλεύοντας να στριμώξουν τον άνθρωπο Καρυωτάκη στην ποίησή του, για να φτάσει ο Γ.Π. Σαββίδης να παρακαλά, το 1993,

καιρός είναι να πάψει να μας απασχολεί η σπειροχαίτη του Καρυωτάκη […] κι ακόμα λιγότερο η αυτοκτονία του […!]

Θέλουμε δε θέλουμε, το 1922, κατά πώς φαίνεται, έμαθε ο Καρυωτάκης ότι πάσχει από σύφιλη – ανίατη την εποχή εκείνη – αλλά ο κατοπινός του βίος δεν υποδεικνύει ότι αυτό έκαμψε την όποια δράση του!

Τον ίδιο χρόνο ξεκινά η σχέση Κώστα Καρυωτάκη – Μαρίας Πολυδούρη (δημοσίων υπαλλήλων και των δύο), που λήγει – με έχθρητα, αλλά τελικά χωρίς, όπως φαίνεται, να χαλάσει η φιλία τους – ήδη, το 1924!

Μέρες πού ‘ναι, με την απαξίωση των δημοσίων υπαλλήλων, ας μάθουμε… Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Για εκείνα που δε θα χάσουμε…

Γιάννης Αγγελάκας, Νίκος Βελιώτης και Λύκοι στον αρχαιολογικό χώρο της Κασσώπης, πάνω από την Καμαρίνα της Πρέβεζας, νύχτα με πανσέληνο!

Μια εξαιρετική ιδέα της Κίνησης Φίλων Ποδηλάτου, της Κινηματογραφικής Λέσχης Πρέβεζας και των πολιτιστικών συλλόγων «Επί σκηνής» και Καμαρίνας:

οι Γιάννης Αγγελάκας, Νίκος Βελιώτης και Λύκοι θα δώσουν συναυλία στην Αρχαία Κασσώπη, τη Δευτέρα 26 Ιουλίου, νύχτα με πανσέληνο!

Η συναυλία θα ξεκινήσει στις 9 το βράδυ, αλλά προηγουμένως θα πραγματοποιηθεί ξενάγηση στο χώρο από τους αρχαιολόγους της ΛΓ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων!

Εισιτήρια προπωλούνται στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Πρέβεζας, με κόστος 15 €.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Κασσώπης, ανοίγει τις πόρτες του πρώτη φορά για συναυλία, μετά την έγκριση του σχετικού αιτήματος από τη ΛΓ΄ Εφορεία αρχαιοτήτων Πρέβεζας-Άρτας.

Τελικά, ρε παιδί μου, c’ est la vie, ou la mort?

Διαβάζοντας κι ακούγοντας ολόγυρα, διαπιστώνω έκπληκτος – αλήθεια! Πόσο αθώος μπορεί νά ‘μαι τελικά; – ότι αυτό που μας συμβαίνει συνοψίζεται, απλοϊκά και προφανώς, στο:

από ‘δώ και πέρα στον καθημερινό μας βίο κυριαρχεί η «αγορά»,
όχι η κοινότητα, όχι η «ανθρωπιά», όχι η αλληλεγγύη, όχι η πρωτοβουλία και η φιλοδοξία μας… η Αγορά!

Σκέψου ‘το: το αν θα πάρεις σύνταξη ικανή να σε διατηρήσει στη ζωή αφού περατώσεις το μέρος εκείνο της κοινωνικής σου προσφοράς που λέγεται «εργασία», αν δηλαδή θα «επιβιώσεις» – για να «ζήσεις», ούτε κουβέντα – για να «προσπαθήσεις να υπάρξεις» κι έξω από το «επάγγελμα», όλο αυτό, εξαρτάται από μια αναλογιστική μελέτη απόδοσης (μια μελέτη κερδοφορίας, δηλαδή) ενός φορέα (ακόμα το λέμε «ασφαλιστικό ταμείο», αλλά…) που… δεν έχει σχέση με τα «θέλω» σου, ούτε με τα «πρέπει» σου, αλλά υπόκειται σε «νόμους Α.Ε.» (αυτό το Α. είναι το χειρότερο… όχι ότι το Ε. μυρίζει λιγότερη θανατίλα, αλλά…)!

Συμβαίνει μπροστά μας το απόλυτο όνειρο της «καπιταλιστικής δημοκρατίας»: ο βίος μας μετριέται, και μετριέται σε «κεφάλαιο»! Μεταξύ μας, αναρωτιέμαι, ο «ιδανικός μαρξιστής» της εποχής μας δεν είναι το ίδιο χαρούμενος; Το «μαρξικό-λενινικό δόγμα» της αναγκαιότητας «της κατάληψης των μέσων και της προσπόρησης της υπεραξίας» παίρνει τόση, μα τόση, σάρκα και τόσο γερά οστά! Πάνε για βρούβες η «Ζωή στον ελεύθερο χρόνο» μαζί με την «ανθρώπινη υπόσταση» κι επανέρχεται η «καπιταλιστική» ή/και η «σεχταριστική» υπόσταση του «παραγωγού κεφαλαίου» στην κάθε ημέρα μας…

Όταν, μάλιστα, μιλάς για το «προφανές», ας πούμε, «γιατί το ταμείο μου να το διαχειρίζεται το κράτος/εργοδότης κι όχι το συνδικάτο;«, α, τότε σου μιλάνε για «ουτοπίες«, έτσι δεν είναι; Ρε ‘σείς, τί πιο ουτοπικό από το αστικό κράτος δικαίου; Δεν είναι, πια, προφανές ότι δε λειτουργεί η «μηχανή»;

Κι εγώ να παλεύω, μα, πώς να εξηγήσεις ότι «στην αλληλέγγυα οικονομία δεν υπάρχει υπεραξία, γιατί τίποτα δεν περισσεύει από την ανάγκη«, πώς να εξηγήσεις ότι «εκτός από τη διαχείριση των μαζών, υπάρχουν και οι ανάγκες που γεννιούνται κάθε μέρα και κάνουν το άτομο άτομο«, πώς να εξηγήσεις ότι «χωρίς ελευθερία, η επανάσταση είναι βία«, πώς να βάλεις τους «μπροστάρηδες» ν’ αγαπήσουν τους «από πίσω»;

Εγώ, με τις ιδέες μου, ειρωνικέ κι αγαπησιάρη δάσκαλε… εγώ, ο κόσμος κι η Ιδέα…

«παντιγέρα μαύρη ρούσσα»

Καθώς που πύργωνε…

«Έφυγε«, λέει, «σαν σήμερα, το 2005«, ο ποιητής της αριστερής μελαγχολίας, της πιο τίμιας που άκουσα ποτέ…
Ώχου!
Εγώ τώρα πώς να μιλήσω; Για ‘μένανε ο Μανώλης ο Αναγνωστάκης είναι πιότερο ήχος και εικόνα παρά λόγος!

Είναι ‘κείνη η βραδιά στο «Νά η ευκαιρία!» που μια Δασκάλα τραγούδησε τους «Δρόμους παλιούς» με «προτροπή των μαθητών της, όχι για να γίνει επαγγελματίας, αλλά γιατί ‘ναι όμορφο«…

Κι είναι ‘κείνη η μέρα – η πρώτη φορά – που πήγαμε… θρασίμια μαθητούδια… στη μονοκατοικία της οδού Πευκών του Νέου Ηράκλειου, «να καλέσουμε τον Ποιητή σε εκδήλωση, με απόφαση του δεκαπενταμελούς«, λέει, και… μετά την καλοσυνάτη κυρία… έσκασε στην πόρτα – δύο-τρία σκαλιά και μετά πλατύσκαλο – «ο Ποιητής»!
Εγώ τόνε θυμάμαι σαν κίνηση: το κεφάλι κίνησε από το ύψος των ώμων, κι ανέβαινε, κι ανέβαινε… μα πόσο έπιανε η γαλήνη στον κόσμο; Δύο μέτρα και!
Και τόνε θυμάμαι σαν ήχο – καλύτερα σαν ηχητική ποιότητα: στρογγύλευε, λες, και ύγραινε τις λέξεις σαν μιλούσε! Σοβαρά! Ο μόνος που μού ‘βγαζε τέτοια εντύπωση ήταν ο Κάρολος Κουν… Θα φταίει ο καπνός με τον σωματικό του πόθο: τον θες και τον αναζητάς και τρέχει σάλιο – να γεμίσει – να μη στεγνώσει – το στόμα π’ αποζητά τις γεύσεις της αμαρτίας!…
Μα… πώς τον είπανε ποιητή της ήττας; Έρωτα αποπνέει αυτός ο ήχος!… και ηδονή καθημερινότητας!…

Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ
Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες
Καὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε…

Απέναντι στο εμπόριο…

Αθωωτική απόφαση-σταθμός για τις ανταλλαγές αρχείων στο Διαδίκτυο

Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, 09 Ιουνίου 2010, στο tvxs

Οι ισπανικές αρχές προχώρησαν σε μία απόφαση που αποτελεί ισχυρό χτύπημα σε όσους επιθυμούν την ποινικοποίηση της ελεύθερης ανταλλαγής αρχείων στο Διαδίκτυο, αφού αθώωσαν διαχειριστές ιστοσελίδας ανταλλαγής αρχείων (p2p – Peer to Peer), παραλληλίζοντας τη δραστηριότητά τους με την «πανάρχαια πρακτική» της ανταλλαγής βιβλίων.

Το 2005, η ισπανική αστυνομία συνέλαβε τέσσερα άτομα, υπεύθυνα για το φόρουμ ανταλλαγής αρχείων cvcdgo.com, με την κατηγορία της καταπάτησης πνευματικών δικαιωμάτων, μετά από κατηγορίες που εξαπέλυσαν η EGEDA (η οποία προασπίζει τα οπτικοακουστικά δικαιώματα) και η Columbia Tristar.

H ιστοσελίδα ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2004 και λάμβανε διαφημιστικά έσοδα μέχρι τη στιγμή που διεκόπη η λειτουργία της το 2005. Στο σύντομο διάτημα που λειτούργησε, πρόλαβε να σημειώσει 11.000.000 επισκέψεις.

Η «Επιχείρηση CVCD» της Υπηρεσίας Εγκλημάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας έλαβε χώρα σε διάφορες πόλεις της Ισπανίας, ανάμεσα σε αυτές τη Μάλαγα, τη Σεβίλλη και τη Μαδρίτη.

Το Δικαστήριο της πρωτεύουσας της Ισπανίας έκλεισε, τελεσίδικα, την υπόθεση αθωώνοντας τους τέσσερις κατηγορουμένους, ηλικίας 27-37 ετών, με το σκεπτικό ότι δεν υπάρχει κάτι το παράνομο στη δραστηριότητά τους, διότι η ιστοσελίδα δεν παρενέβη στην πνευματική ιδιοκτησία των αρχείων και τα διαφημιστικά έσοδα που έλαβαν δεν αποτελούν έγκλημα.

Οι δικαστές Οκαρίθ, Γκουτιέρεθ και Καμπίγιο ανέφεραν χαρακτηριστικά ότι «από τα αρχαία χρόνια υπήρχε δανεισμός και πώληση βιβλίων. Η διαφορά έγκειται, πλέον, στο μέσο. Προηγουμένως ήταν το χαρτί, ενώ τώρα, στην ψηφιακή εποχή, τα πάντα μπορούν να κυκλοφορήσουν με μεγάλη ταχύτητα στο Διαδίκτυο».

Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Κάρλος Σάντσεθ Αλμέιδα έκανε λόγο για «σαφές μήνυμα των δικαστών προς την κυβέρνηση» και συγκεκριμένα προς τον υπουργό Πολιτισμού Γκονζάλεθ Σίνδε, τονίζοντας ότι «δε θα πρέπει να παραβιαστεί η κόκκινη γραμμή¨. Η απόφαση είναι τελεσίδικη και σίγουρα, σημαίνει πολλά για το ζήτημα της ελευθερίας στο Διαδίκτυο.

«Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος» δε θέτε; Ε, να: ολίγη από συναίσθημα, άφθονη χαοτική σκέψη και από πάνω έλλειμμα ορθού λόγου… Άξιοι!

χαριστικώς, οριακά στη βάση!Ο μαθητής Χρήστος Χωμενίδης τα βρήκε δύσκολα, λέει, διαγωνιζόμενος στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας…

Η μία βαθμολόγηση μόλις που τον τοποθετεί στη βάση και η δεύτερη του λέει ότι «έχασε τον στόχο«.

Τί κάνανε από το protagon.gr; Είπαν στον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη να συμμετάσχει στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, [εκτιμώντας, μάλλον, ότι πρόκειται γι αυτό που οι παλαιότεροι γνώρισαν ως «Έκθεση»].

Πήρε, λοιπόν, τα θέματα αμέσως μετά την εκφώνηση και – εντός της προθεσμίας – παρέδωσε το γραπτό του προς διόρθωση. Οι διορθωτές δεν γνώριζαν το όνομα και την ιδιότητα του εξεταζόμενου… Κι εκείνος, ως εξεταζόμενος που ήταν (…;), το μόνο που είχε να πει ήταν… για τη γλωσσική πενία και τη λεξιλαγνεία που αποπνέει το κείμενο που δόθηκε… Για το περιεχόμενο…; Για το μήνυμά του; Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δ.Ν.Τ. as usual…

Με δεδομένη την «απίστευτη» ταχύτητα αντίδρασης των «αγορών» προκειμένου να διασφαλίσουν κέρδη – κι όχι, βέβαια, ποιότητα διαβίωσης των πολιτών – δεν διαβάζεται το κείμενο της ανακοίνωσης του Δ.Ν.Τ. με άλλο τρόπο από το ειρωνικό εκείνο μειδίαμα που αποδίδει – αν το σκεφτείς – ιδανικά την αρχαιοπρέπεια (έμφυτη ή επίπλαστη, αδιάφορο) και το πειραχτήρι μέσα μας…

Γεννήθηκα το 1967, κι ακόμα μετράω το σημάδι μου στον κόσμο… ευτυχώς!

Νικόλας Άσιμος, 20 Αυγούστου 1949 – 17 Μαρτίου 1988

Ώχου, δε θυμάμαι πια τη χρονολογία – θα ήτανε 1984, λέω… – που κατεβήκαμε στα Προπύλαια να δηλώσουμε (όχι διαδηλώσουμε, δε λειτουργούσαμε έτσι τότε) «έτσι μας θέλει η εξουσία«!

Είναι εκείνη η στιγμή της αγωνίας όταν – έχοντας γυρίσει άρον-άρον στο «άσυλο» των Προπυλαίων αφού «παρενέβη» η αστυνομία στην «παράνομη» πορεία – όλοι οι πιτσιρικάδες που πριν περιφερόμασταν μεσ’ στην τρελλή χαρά στην Πανεπιστημίου ψάχναμε ένα στήριγμα, ένα άνοιγμα να τρέξουμε, να το σκάσουμε, ρε παιδί μου!

Και, ξαφνικά, μου λέει η Δέσποινα (ναι, εκείνη νομίζω ήτανε…) «κάτσε, ρε!«.

Κοιτώ γύρω: όλοι κινούνται προς το έδαφος!

Κοιτώ προς το κέντρο της καθιστής ομάδας: ο λιγνός Παν του Νικόλα κούναγε πάνω-κάτω τα χέρια – σαν φτερά λάγνα πελεκάνου, αν το πιστεύεις! – να κάτσουμε, η κιθάρα κρέμονταν από ‘να σκοινί (νομίζω) κι εμείς – απλά – κάτσαμε!

Αριστερά του – θυμάμαι – καθόταν εκείνη η κοπέλα που, από τότε, αποτελεί για ‘μένα το πρότυπο σαν σκέφτομαι «φυματίωση»! Δεξιά του έκατσε ένα παλικάρι – έχω πάντα την εντύπωση ότι λεγότανε Περικλής – μ’ ένα νταούλι!

Κι αρχίσαμε το τραγούδι – μια κίτρινη αποκριάτικη καραμούζα χωρίς το μαύρο στόμιο στο στόμα του Νικόλα να κρατά έναν εκπληκτικό ίσο – και… ΨΑΛΑΜΕ ΤΟ «Ω, ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ»!

Α, δε μπορούσα: γύρισα να κοιτάξω έξω από τον κύκλο μας, στον σκούρο γυαλιστερό κύκλο των Μ.Α.Τ. γύρω μας! Δεν έχω δει πιο αμήχανα βλέμματα, ούτε φαντάζεσαι πώς κοίταγαν τον αξιωματικό τους (γύρισα το κεφάλι δεξιά, γιατί όλοι τους εκεί κοίταγαν!) με αγωνία: «τώρα;«…

Εμείς τούτη τη φορά φύγαμε αλώβητοι, πρέπει να σου πω, ενώ το Νικόλα τον ξανασυνάντησα κι άλλες φορές – δε θα σου πω «του μίλησα» – όχι! – του Νικόλα δεν του μίλαγες, λέω, αλλά του παρείχες κοινό – αγαπησιάρικα ή όχι, αυτό αφορά την ψυχούλα σου και του – για ν’ ανθεί…

Αργότερα, φοιτητής πια, έφαγα κι εγώ τη δόση μου από ειρωνία – τέτοια χρέη δεν τ’ άφησε απλήρωτα σ’ εμάς τους «πιτσιρίκους» – μα είχα ακόμα τους «θεούς» μου, τότε, και τους άφηνα απείραχτους!

Πω-πω, σκέψου να τού ‘λεγα τίποτα τέτοιο!

Ποτέ δεν κατάλαβα πώς φτάσαμε στο Μάρτη του ’88… Με τον «πόλεμο» από τους «συντρόφους» – τό ‘βλεπες – είχε μοναχέψει. Με την καταγγελία της «απόπειρας βιασμού» – δεν τον είδα μέχρι να φύγει – πρέπει να έχασε κι εκείνο που τού ‘δινε «δικαίωμα μέσα του» νά ‘ναι περιπαιχτικός ποιητάρης: «δεν ήτανε πια κροκάνθρωπος, ανθρωπίνεψε«…

Γι αυτό, λέω, έφυγε στις 17 εκείνου του Μάρτη…

Και, ξέρεις, νομίζω ότι υπήρξε ο πιο ασχημομούρης όμορφος!

… ευχόμεθα, φεύ, άλλην μια φορά …

Μια μωβ σκιά…

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για επεισόδια του Μάη του 1986 (περιοδικό «Το Τέταρτο»). Αναρτήθηκε στις 10 του μήνα – ανάμεσα σε ένα σωρό άλλα blogs – στο http://evoikos.blogspot.com και μου επισημάνθηκε από την «φίλη/ρεπόρτερ/συνάδελφο», που έτσι επιθυμεί να καταχωρηθεί…:

manos_hadjidakis«…Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Όσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Έλληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο: Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς.

Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ’ τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής – έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής – έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια – όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν’ αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου… κατά του εγκλήματος.

Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν… ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ’ αφέλεια, σ’ όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (…) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ»

Αρέσει σε %d bloggers: