μάτια ολάνοιχτα στον κόσμο

η κάθε μέρα της πολιτικής και της αισθητικής

Μυστικά και ψέματα πίσω από τα στοιχεία για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, το μέγεθος του κράτους και τη δίψα της τρόικας για απολύσεις

δημοσίευση στο «δρόμο της αριστεράς«, του Γιάννη Κιμπουρόπουλου.

Με περισσή σπουδή ανακοίνωσαν, την περασμένη εβδομάδα, οι υπουργοί Οικονομικών και Εσωτερικών τα αποτελέσματα της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων. Η διαδικασία παρουσιάστηκε σαν έργο τιτάνιο, λες και όλη η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης εξαρτιόταν από τη γνώση του ακριβούς αριθμού των λειτουργών της. Η επιλογή περιελάμβανε πολλές γκρίζες ζώνες, ως προς τη σκοπιμότητά της, μια και η καταγραφή μπορούσε να γίνει και με τα στοιχεία που ήδη διέθεταν οι διευθύνσεις προσωπικού υπουργείων και άλλων φορέων του Δημοσίου. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα ελάχιστα αποκλίνουν από αυτά που, κατά καιρούς, έχει παρουσιάσει η ίδια η ΑΔΕΔΥ.

Είναι προφανές ότι η, φαραωνικής έμπνευσης, διαδικασία περιείχε, εξαρχής, ένα στόχο: να συντηρήσει και να επιβεβαιώσει τους συνήθεις αστικούς μύθους περί διόγκωσης του απεχθούς κράτους, στην οποία μάλιστα ερρίφθη το ανάθεμα της δημοσιονομικής κρίσης.

Το προηγούμενο διάστημα ακούστηκαν εξωφρενικά πράγματα περί 1,5 εκατομμυρίου υπαλλήλων του δημοσίου τομέα και περί ελληνικής εξαίρεσης στον πανευρωπαϊκό κανόνα του «λιτού» κράτους, ενώ σε ευρύτατα στρώματα της κοινωνίας – χάρη και στη ρητορική των ΜΜΕ – εμπεδώθηκε αντίληψη περί προνομιούχων και παρασιτούντων υπαλλήλων. Αντίληψη που διευκόλυνε την ευθεία επίθεση στο εισόδημα και σε στοιχειώδη δικαιώματά τους.
Προφανώς, η επιχείρηση αποψίλωσης των δικαιωμάτων έχει και δεύτερο μέρος. Ωστόσο, η ανακοίνωση των τελικών στοιχείων της απογραφής του δημοσίου αποκάλυψε μερικές κρίσιμες (και χρήσιμες) λαθροχειρίες.

Πρώτον, παρά τις προσπάθειες να διογκωθεί ο αριθμός των απασχολούμενων στο Δημόσιο με την προσθήκη αιρετών (π.χ. βουλευτών και δημοτικών συμβούλων!), συμβασιούχων (ακόμη και αυτών που οι συμβάσεις τους λήγουν), το τελικό αποτέλεσμα δεν παράγει τις επιδιωκόμενες εντυπώσεις. Το σύνολο των μισθοδοτούμεων από τον προϋπολογισμό είναι 738.000, ενώ μια πιο ακριβής προσέγγιση, δηλαδή με την εξαίρεση των ένστολων του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, περιορίζει τον αριθμό των πολιτικών υπαλλήλων στους 461.000.

Δεύτερον, η επιχείρηση να εμφανιστεί η Ελλάδα ως η παγκόσμια εξαίρεση του κανόνα της ιδιωτικής οικονομίας, ώς το τελευταίο προπύργιο «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεν ευδοκίμησε. Στον πίνακα που παραθέτουμε παρουσιάζονται τα στοιχεία για τον πληθυσμό, τη γενική απασχόληση και την απασχόληση στον δημόσιο τομέα στις 16 χώρες της Ευρωζώνης, τρεις χώρες της Ε.Ε. εκτός ευρώ, καθώς και τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Τα στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας  Laborsta.

Χώρα Πληθυσμός Σύνολο απασχολούμενων Απασχολούμενοι στη δημόσια διοίκηση (σύνολο δημόσιου τομέα) Ποσοστό Δ.Υ. στο σύνολο των απασχολούμενων
Αυστρία 8.316.487 4.090.000 476.900 11,6%
Βέλγιο 10.666.866 3.357.000 756.300 (905.500) 22,5%
Φινλανδία 5.289.128 2.492.000 666.000 26,7%
Γαλλία 63.392.140 23.141.000 6.033.000 (6.718.000) 26%
Γερμανία 82.314.906 39.768.000 4.060.000 (5.692.000) 10,2%
Ελλάδα 11.125.179 4.582.500 392.000 (1.022.100) 8,5%
Ιρλανδία 4.234.848 2.108.500 331.600 (373.300) 15,7%
Ιταλία 59.131.287 24.996.300 3.611.000 (3.611.000) 14,4%
Κύπρος 821.622 381.900 57.100 (67.100) 14,9%
Λουξεμβούργο 476.200 348.700 37.000 (-) 10,7%
Μάλτα 404.902 152.500 42.300 (46.900) 27,7%
Ολλανδία 12.471.968 6.753.900 1.069.900 (1.821.600) 15,8%
Πορτογαλία 10.599.095 5.197.800 677.900 (-) 13,04%
Σλοβακία 5.379.455 2.280.000 287.000 (519.200) 12,5%
Σλοβενία 2.013.597 847.100 153.666 (236.400) 18,1%
Ισπανία 45.116.894 20.257.600 2.799.100 (2.959.600) 13,8%
Δανία 5.519.257 2.857.600 840.900 (922.900) 29,4%
Σουηδία 9.259.044 3.742.500 1.267.400 (-) 33,8%
Βρετανία 61.113.205 28.964.000 15.502.000 (5.850.000) 18,9%
HΠΑ 307.212.123 137.066.000 22.500.000 16,4%
Καναδάς 33.487.208 17.125.800 3.011.600 (3.312.506) 17,8%

Στον πίνακα καταγράφονται τα στοιχεία για τον πληθυσμό (με πηγή της επίσημες ιστοσελίδες των κρατών), τη γενική απασχόληση (σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) και την απασχόληση στο Δημόσιο (περιλαμβάνονται η κεντρική και οι περιφερειακές διοικήσεις, οι ΟΤΑ, οι οργανισμοί κοινωνικής πρόνοιας κ.ά.). Σε παρένθεση, στην πέμπτη στήλη, τίθεται ο αριθμός των απασχολουμένων στο σύνολο του δημοσίου τομέα (όπου είναι διαθέσιμος), δηλαδή και στις επιχειρήσεις με κρατική ιδιοκτησία ή συμμετοχή. Τα στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO), τη Laborsta, και είναι τα τελευταία διαθέσιμα (2008). Για την Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων, από τα οποία προκύπτει ποσοστό 16,1% στο σύνολο των απασχολούμενων. Αν, ωστόσο, χρησιμοποιηθούν τα ενιαία κριτήρια της Laborsta και υπολογιστούν μόνο οι πολιτικοί υπάλληλοι του κράτους (461.403, σύμφωνα με την ΑΔΕΔΥ), το ποσοστό περιορίζεται στο 10%.

Ακόμη κι αν χρησιμοποιηθεί ως δεδομένο ο αριθμός της κυβερνητικής απογραφής (στον οποίο αθροίζονται πάνω από 100.000 συμβασιούχοι του Δημοσίου, ακόμη και ωρομίσθιοι, ήτοι η μαύρη εργασία του κράτους), αποδεικνύεται ότι το ποσοστό των υπαλλήλων στο σύνολο της απασχόλησης δεν υπερβαίνει το 16% και δεν αποκλίνει από τον μέσο όρο άλλων χωρών της Ε.Ε.:

Χώρες με αυστηρή προσήλωση στον καπιταλισμό της ιδιωτικής οικονομίας εμφανίζουν υψηλά ποσοστά απασχόλησης στο Δημόσιο: η Γαλλία 26%, το Βέλγιο 22,5%, η Ολλανδία 15,8%, η Βρετανία 18,9%, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς πάνω από 16%, ενώ τα ρεκόρ κατέχουν οι σκανδιναβικές χώρες με ποσοστά απασχόλησης περί το 30%.

Αν, δε, η σύγκριση περιοριστεί στους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, κεντρικής και τοπικής (χωρίς τους ένστολους), το πραγματικό ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα περιορίζεται στο 10%, κάτω και από αυτό της εγκρατούς Γερμανίας.

Τρίτη λαθροχειρία από την πλευρά της κυβέρνηση αποτελεί η απόκρυψη της πραγματικής σκοπιμότητας της απογραφής. Η σύνδεση της απογραφής με την υπαγωγή στη λεγόμενη Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αποτελεί τη βάση για νέες περικοπές εισοδημάτων στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου ενιαίου μισθολογίου, με βάση την αρχή της «εξίσωσης προς τα κάτω». Εκεί θα αναζητηθούν, ενδεχομένως, τα «μαξιλάρια» για περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών και πολύ περισσότερο στους «περίσσειους» υπαλλήλους των υπό συγχώνευση ή κατάργηση φορέων και υπηρεσιών. Επί της ουσίας, η τρόικα ΔΝΤ, Ε.Ε. και ΕΚΤ έχει στα χέρια της μια βάση δεδομένων για να υποδεικνύει προγραφές και «αποκεφαλισμούς» υπαλλήλων και υπηρεσιών, με πρώτα θύματα τους συμβασιούχους. Για τον ίδιο λόγο προβάλλονται, εξάλλου, και συστάσεις για ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών του κράτους και την εκχώρηση λειτουργιών του σε ιδιώτες, με πρώτο πεδίο πειραματισμού το υπουργείο Οικονομικών.

[είναι, τουλάχιστον, θέμα συνέπειας για την κοινοβουλευτική αριστερά να εκλογικεύει την αντίληψή της περί «κράτους» και, θεωρώ, ότι – πέρα από όποιον δογματισμό ή συναισθηματισμό ή/και κομματισμό – αξίζει τον κόπο η αντιπαράθεση με τη συνέχεια του άρθρου…]

Τι είδους κράτος;

Η συζήτηση για το μέγεθος του δημοσίου τομέα και για την έκταση της απασχόλησης σ’ αυτόν είναι προφανές ότι λειτουργεί στην κατεύθυνση της κοινωνικής νομιμοποίησης της ιδιωτικοποίησης και της απόσυρσης του κράτους από δραστηριότητες υπέρ των ιδιωτών. Έχει, ωστόσο, και μια παγίδα αποπροσανατολισμού για την Αριστερά και τα κριτήρια με τα οποία προσεγγίζει το θέμα. Προφανώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «πόσο κράτος» αλλά «τί κράτος». Και η Αριστερά, κατ’ εξοχήν ιστορικό θύμα του μετεμφυλιακού «κρατισμού» της άρχουσας τάξης (διωγμοί, αποκλεισμοί, καταστολή), δεν έχει λόγους να υπερασπίζεται άκριτα το γραφειοκρατικό, αυταρχικό, σπάταλο και πελατειακό μόρφωμα που σχηματίστηκε έπειτα από δεκαετίες συντηρητικής ή σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης. Ούτε, επίσης, έχει λόγους να κολακεύει, άνευ όρων, στρώματα που συνωθούνται και παρασιτούν (με αργομισθίες, χρήση του κρατικού «κύρους» και γκρίζες συναλλαγές) στο σώμα της κρατικής μηχανής, εις βάρος των λαϊκών στρωμάτων που πληρώνουν αδρά για τη λειτουργία της.

Αυτά που οφείλει να υπερασπιστεί η Αριστερά στην υπόθεση κράτος είναι:

Πρώτον, την ιδέα της συλλογικής ιδιοκτησίας που αυτό περικλείει, μια προβολή, έστω στρεβλή, του απώτερου κοινωνικού μας μέλλοντος, απαλλαγμένου από τις αναπηρίες της ατομικής ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου αλλά τελικά και του ίδιου του κράτους.

Δεύτερον, τον πυρήνα των συλλογικών κατακτήσεων της μισθωτής εργασίας και άλλων υποτελών τάξεων που αυτό εγγυάται με τις στοιχειώδεις λειτουργίες του (ασφάλιση, συντάξεις, δημόσια υγεία και παιδεία, υπηρεσίες πρόνοιας, μηχανισμοί ελέγχου της ασυδοσίας της αγοράς).

Τρίτον, την ανάγκη δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου στις λειτουργίες του -και όχι μόνο από τη Βουλή- ώστε να μην αποτελεί ανδράποδο και υποχείριο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ελίτ. Υπάρχει, άλλωστε, μια αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην υπόσταση του κράτους και στην απελευθερωτική πάλη της Αριστεράς: αναπόφευκτη προϋπόθεση για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας είναι η ύπαρξή της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: