μάτια ολάνοιχτα στον κόσμο

η κάθε μέρα της πολιτικής και της αισθητικής

Νικόλας Άσιμος, 20 Αυγούστου 1949 – 17 Μαρτίου 1988

Ώχου, δε θυμάμαι πια τη χρονολογία – θα ήτανε 1984, λέω… – που κατεβήκαμε στα Προπύλαια να δηλώσουμε (όχι διαδηλώσουμε, δε λειτουργούσαμε έτσι τότε) «έτσι μας θέλει η εξουσία«!

Είναι εκείνη η στιγμή της αγωνίας όταν – έχοντας γυρίσει άρον-άρον στο «άσυλο» των Προπυλαίων αφού «παρενέβη» η αστυνομία στην «παράνομη» πορεία – όλοι οι πιτσιρικάδες που πριν περιφερόμασταν μεσ’ στην τρελλή χαρά στην Πανεπιστημίου ψάχναμε ένα στήριγμα, ένα άνοιγμα να τρέξουμε, να το σκάσουμε, ρε παιδί μου!

Και, ξαφνικά, μου λέει η Δέσποινα (ναι, εκείνη νομίζω ήτανε…) «κάτσε, ρε!«.

Κοιτώ γύρω: όλοι κινούνται προς το έδαφος!

Κοιτώ προς το κέντρο της καθιστής ομάδας: ο λιγνός Παν του Νικόλα κούναγε πάνω-κάτω τα χέρια – σαν φτερά λάγνα πελεκάνου, αν το πιστεύεις! – να κάτσουμε, η κιθάρα κρέμονταν από ‘να σκοινί (νομίζω) κι εμείς – απλά – κάτσαμε!

Αριστερά του – θυμάμαι – καθόταν εκείνη η κοπέλα που, από τότε, αποτελεί για ‘μένα το πρότυπο σαν σκέφτομαι «φυματίωση»! Δεξιά του έκατσε ένα παλικάρι – έχω πάντα την εντύπωση ότι λεγότανε Περικλής – μ’ ένα νταούλι!

Κι αρχίσαμε το τραγούδι – μια κίτρινη αποκριάτικη καραμούζα χωρίς το μαύρο στόμιο στο στόμα του Νικόλα να κρατά έναν εκπληκτικό ίσο – και… ΨΑΛΑΜΕ ΤΟ «Ω, ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ»!

Α, δε μπορούσα: γύρισα να κοιτάξω έξω από τον κύκλο μας, στον σκούρο γυαλιστερό κύκλο των Μ.Α.Τ. γύρω μας! Δεν έχω δει πιο αμήχανα βλέμματα, ούτε φαντάζεσαι πώς κοίταγαν τον αξιωματικό τους (γύρισα το κεφάλι δεξιά, γιατί όλοι τους εκεί κοίταγαν!) με αγωνία: «τώρα;«…

Εμείς τούτη τη φορά φύγαμε αλώβητοι, πρέπει να σου πω, ενώ το Νικόλα τον ξανασυνάντησα κι άλλες φορές – δε θα σου πω «του μίλησα» – όχι! – του Νικόλα δεν του μίλαγες, λέω, αλλά του παρείχες κοινό – αγαπησιάρικα ή όχι, αυτό αφορά την ψυχούλα σου και του – για ν’ ανθεί…

Αργότερα, φοιτητής πια, έφαγα κι εγώ τη δόση μου από ειρωνία – τέτοια χρέη δεν τ’ άφησε απλήρωτα σ’ εμάς τους «πιτσιρίκους» – μα είχα ακόμα τους «θεούς» μου, τότε, και τους άφηνα απείραχτους!

Πω-πω, σκέψου να τού ‘λεγα τίποτα τέτοιο!

Ποτέ δεν κατάλαβα πώς φτάσαμε στο Μάρτη του ’88… Με τον «πόλεμο» από τους «συντρόφους» – τό ‘βλεπες – είχε μοναχέψει. Με την καταγγελία της «απόπειρας βιασμού» – δεν τον είδα μέχρι να φύγει – πρέπει να έχασε κι εκείνο που τού ‘δινε «δικαίωμα μέσα του» νά ‘ναι περιπαιχτικός ποιητάρης: «δεν ήτανε πια κροκάνθρωπος, ανθρωπίνεψε«…

Γι αυτό, λέω, έφυγε στις 17 εκείνου του Μάρτη…

Και, ξέρεις, νομίζω ότι υπήρξε ο πιο ασχημομούρης όμορφος!

Advertisements

One response to “Νικόλας Άσιμος, 20 Αυγούστου 1949 – 17 Μαρτίου 1988

  1. πόπη 18/03/2010 στο 9:41 μμ

    Τι καλά που τον θυμήθηκες…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: